Κάταγμα Πηχεοκαρπικής

Το κάταγμα πηχεοκαρπικής — γνωστό και ως κάταγμα καρπού ή κάταγμα κάτω πέρατος κερκίδας (κάταγμα Colles όταν το οστό μετατοπίζεται προς τα πίσω) — είναι το κάταγμα στο άπω τμήμα της κερκίδας κοντά στον καρπό και ένα από τα πιο συχνά κατάγματα στην ορθοπαιδική. Συμβαίνει τυπικά μετά από πτώση με τεντωμένο χέρι και επηρεάζει ασθενείς κάθε ηλικίας, από νεαρούς αθλητές μέχρι ηλικιωμένους με οστεοπόρωση. Η σωστή αντιμετώπιση αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη λειτουργία του χεριού.

Η πηχεοκαρπική άρθρωση είναι ζωτικής σημασίας για τη λειτουργία του χεριού, καθώς επιτρέπει κινήσεις κάμψης, έκτασης, πλάγιας κλίσης και περιστροφής. Ένα κάταγμα που δεν αντιμετωπίζεται σωστά μπορεί να οδηγήσει σε χρόνιο πόνο, δυσκαμψία, αδυναμία λαβής και μετατραυματική αρθρίτιδα. Ταυτόχρονα, η σωστή αντιμετώπιση, συντηρητική ή χειρουργική, δίνει εξαιρετικά αποτελέσματα στην πλειονότητα.

Ο εξειδικευμένος ορθοπαιδικός χειρουργός Κρίθυμος Θωμάς αντιμετωπίζει τα κατάγματα πηχεοκαρπικής με σύγχρονες τεχνικές οστεοσύνθεσης. Η κατανόηση του τραυματισμού, των θεραπευτικών επιλογών και της αποκατάστασης είναι σημαντική.

Τι είναι το κάταγμα πηχεοκαρπικής

Το κάταγμα πηχεοκαρπικής αφορά κάταγμα στο κατώτερο τμήμα της κερκίδας, συνήθως εντός δύο εκατοστών από την αρθρική επιφάνεια. Η κερκίδα αποτελεί το κύριο οστό που αρθρώνεται με τα οστά του καρπού, φέροντας περίπου το ογδόντα τοις εκατό του φορτίου. Η ωλένη, το δεύτερο οστό του αντεβραχίου, μπορεί επίσης να σπάσει ταυτόχρονα στο στυλοειδές απόφυση.

Ο πιο κλασικός τύπος είναι το κάταγμα Colles, κατά το οποίο το κατώτερο τεμάχιο μετατοπίζεται προς τα πίσω, δημιουργώντας τη χαρακτηριστική παραμόρφωση πιρουνιού. Ο αντίθετος τύπος, το κάταγμα Smith, μετατοπίζεται προς τα εμπρός. Τα ενδαρθρικά κατάγματα, δηλαδή αυτά που εκτείνονται στην αρθρική επιφάνεια, αποτελούν πιο σύνθετες βλάβες που απαιτούν ανατομική ανάταξη.

Κάταγμα Πηχεοκαρπικής

Η κατανόηση αυτών των τύπων βοηθά στην κατανόηση της θεραπείας, καθώς κάθε τύπος απαιτεί διαφορετική προσέγγιση.

Αιτίες και μηχανισμοί

Ο πιο συχνός μηχανισμός είναι η πτώση με τεντωμένο χέρι, γνωστός ως FOOSH (Fall On Outstretched Hand). Αυτός ο μηχανισμός μεταδίδει τη δύναμη μέσω του καρπού στην κερκίδα, προκαλώντας κάταγμα στο αδύναμο σημείο κοντά στην αρθρική επιφάνεια.

Σε νεαρούς ασθενείς, ο τραυματισμός απαιτεί συνήθως σημαντική δύναμη, όπως αθλητικό τραυματισμό ή πτώση από ύψος. Σε ηλικιωμένους με οστεοπόρωση, ακόμη και μια απλή πτώση από όρθια στάση μπορεί να αρκεί. Αυτό καθιστά το κάταγμα πηχεοκαρπικής τον πιο συχνό τύπο οστεοπορωτικού κατάγματος.

Ο αθλητισμός αποτελεί σημαντική αιτία σε νεαρούς: πατίνι, σκέιτμπορντ, ποδηλασία, σκι, μπάσκετ και πολεμικές τέχνες εμπλέκονται συχνά. Σε αθλητές, η σωστή τεχνική πτώσης μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο.

Συμπτώματα και διάγνωση

Τα τυπικά συμπτώματα περιλαμβάνουν σφοδρό πόνο στον καρπό, πρήξιμο, παραμόρφωση ιδιαίτερα αν υπάρχει σημαντική μετατόπιση, αδυναμία κίνησης καρπού και χεριού, ευαισθησία στην πάλπηση και σε ορισμένες περιπτώσεις μούδιασμα στα δάχτυλα λόγω πίεσης του μέσου νεύρου.

Η διάγνωση βασίζεται σε ακτινογραφίες σε δύο ή τρεις λήψεις. Η αξονική τομογραφία χρησιμοποιείται σε ενδαρθρικά κατάγματα ώστε ο χειρουργός να αξιολογήσει τη σύνθετότητα και να σχεδιάσει τη θεραπεία. Η αξιολόγηση περιλαμβάνει τη μέτρηση κλίσης, μήκους κερκίδας και ενδαρθρικής βαθμίδας, κριτήρια που καθορίζουν τη θεραπεία.

Η αξιολόγηση νευραγγειακής κατάστασης αποτελεί κρίσιμο μέρος. Η πίεση του μέσου νεύρου λόγω πρηξίματος ή μετατόπισης μπορεί να προκαλέσει μούδιασμα στα τρία πρώτα δάχτυλα και αποτελεί σημαντικό εύρημα.

Συντηρητική αντιμετώπιση

Σταθερά, μη μετατοπισμένα ή ελαφρώς μετατοπισμένα κατάγματα χωρίς ενδαρθρική συμμετοχή αντιμετωπίζονται συντηρητικά. Η κλειστή ανάταξη, δηλαδή η αποκατάσταση θέσης χωρίς χειρουργείο υπό τοπική ή περιοχική αναισθησία, ακολουθείται από ακινητοποίηση με γύψο.

Η ακινητοποίηση διαρκεί συνήθως πέντε έως έξι εβδομάδες. Η τακτική ακτινολογική παρακολούθηση κατά τις πρώτες εβδομάδες εξασφαλίζει ότι η θέση διατηρείται, καθώς ορισμένα κατάγματα τείνουν να μετατοπίζονται εκ νέου μέσα στον γύψο. Αν η θέση χαθεί, η χειρουργική σταθεροποίηση μπορεί να χρειαστεί.

Η κινητοποίηση δαχτύλων κατά την τοποθέτηση νάρθηκα αποτελεί βασική οδηγία, ώστε να αποφευχθεί δυσκαμψία και πρήξιμο στα δάχτυλα. Ο ασθενής ενημερώνεται να κινεί ελεύθερα δάχτυλα, αγκώνα και ώμο.

Η σωστή διαχείριση κατά τη φάση ναρθηκοποίησης αποτελεί σημαντικό μέρος. Ο ασθενής πρέπει να αποφεύγει τη βύθιση του γύψου σε νερό, να παρακολουθεί τα δάχτυλα για πρήξιμο, αλλαγή χρώματος ή μούδιασμα, και να ανυψώνει το χέρι ώστε να μειωθεί το πρήξιμο. Σε ύποπτα σημεία, όπως έντονος πόνος μέσα στον γύψο ή μούδιασμα δαχτύλων, πρέπει να επικοινωνεί άμεσα με τον ιατρό.

Η αφαίρεση γύψου γίνεται μετά τις πέντε έως έξι εβδομάδες, αφού τεκμηριωθεί ακτινολογικά η επούλωση. Μετά την αφαίρεση, ο καρπός είναι δύσκαμπτος και αδύναμος, γεγονός που είναι φυσιολογικό και αποκαθίσταται σταδιακά με φυσικοθεραπεία.

Γύψος ή χειρουργείο; Πώς αποφασίζουμε

Το ερώτημα που απασχολεί κάθε ασθενή με κάταγμα καρπού είναι αν θα χρειαστεί χειρουργείο. Η απάντηση εξαρτάται από τρία πράγματα: πόσο έχει μετατοπιστεί το κάταγμα, αν αφορά την αρθρική επιφάνεια, και τι χρειάζεται ο ασθενής από το χέρι του.

Ο γύψος ή ο νάρθηκας επαρκεί όταν το κάταγμα δεν έχει μετατοπιστεί ή μπορεί να αναταχθεί και να παραμείνει σταθερό, όταν η αρθρική επιφάνεια είναι ακέραιη, και συνήθως σε ασθενείς μεγαλύτερης ηλικίας με χαμηλές λειτουργικές απαιτήσεις. Η οστεοσύνθεση με πλάκα και βίδες προτιμάται όταν το κάταγμα είναι ασταθές ή συντριπτικό, όταν η αρθρική επιφάνεια έχει «σκαλοπάτι» πάνω από 2 χιλιοστά, όταν η ανάταξη χάνεται στους πρώτους επανελέγχους, και σε νεότερους ή εργαζόμενους ασθενείς που χρειάζονται γρήγορη επιστροφή στη λειτουργικότητα. Στο χειρουργείο η κίνηση των δακτύλων ξεκινά από την πρώτη ημέρα και του καρπού μέσα σε δύο εβδομάδες, ενώ με τον γύψο η ακινητοποίηση διαρκεί 5–6 εβδομάδες.

Για κατάγματα ψηλότερα στο αντιβράχιο (διάφυση κερκίδας και ωλένης), δείτε τη σελίδα για τα κατάγματα αντιβραχίου.

Συνοδοί τραυματισμοί

Το κάταγμα πηχεοκαρπικής μπορεί να συνοδεύεται από πρόσθετους τραυματισμούς. Η ρήξη του τριγωνικού ινοχόνδρινου συμπλέγματος, δηλαδή μιας δομής στην πλευρά της ωλένης, μπορεί να προκαλεί χρόνιο πόνο και αστάθεια ωλενοκαρπικής. Το κάταγμα σκαφοειδούς, ένα μικρό οστό του καρπού, μπορεί να συνυπάρχει και να παραβλεφθεί αν δεν αναζητηθεί ειδικά.

Η ρήξη ωλενοκαρπικών συνδέσμων, η εξάρθρωση ωλενοκαρπικής και η βλάβη ενδόστεου μεμβρανοειδούς αποτελούν πρόσθετες βλάβες που ο ορθοπαιδικός αξιολογεί κλινικά και απεικονιστικά. Η αντιμετώπιση συνοδών βλαβών, όπως ρήξη τριγωνικού ινοχόνδρινου συμπλέγματος ή κάταγμα σκαφοειδούς, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος μιας ολοκληρωμένης και αποτελεσματικής θεραπευτικής στρατηγικής.

Χειρουργική αντιμετώπιση

Η χειρουργική ενδείκνυται σε μετατοπισμένα κατάγματα που δεν μπορούν να αναταχθούν ικανοποιητικά κλειστά, σε ενδαρθρικά κατάγματα με βαθμίδα, σε ασταθή κατάγματα που μετατοπίζονται στον γύψο και σε ανοιχτά κατάγματα.

  • Παλαμιαία πλάκα κλειδώματος (volar locking plate): αποτελεί τη σύγχρονη μέθοδο εκλογής. Τοποθετείται μέσω τομής στην παλαμιαία πλευρά, ανατάσσει το κάταγμα, σταθεροποιεί με βίδες κλειδώματος και επιτρέπει πρώιμη κινητοποίηση.
  • Βελόνες Kirschner: μικρά μεταλλικά καρφιά που χρησιμοποιούνται σε ορισμένα κατάγματα, ιδιαίτερα σε παιδιά ή ηλικιωμένους με χαμηλές απαιτήσεις.
  • Εξωτερική οστεοσύνθεση: χρησιμοποιείται σπανιότερα, σε σοβαρά πολυσπασματικά κατάγματα ή σε ανοιχτά κατάγματα.
Κάταγμα Πηχεοκαρπικής
Κάταγμα Πηχεοκαρπικής

Η παλαμιαία πλάκα κλειδώματος αποτελεί τη σύγχρονη μέθοδο εκλογής λόγω σταθερής σταθεροποίησης που επιτρέπει πρώιμη κινητοποίηση, μειώνοντας τη δυσκαμψία. Η τεχνική απαιτεί ακριβή ανάταξη, ιδιαίτερα σε ενδαρθρικά κατάγματα, και σωστή τοποθέτηση βιδών ώστε να μην διαπερνούν την αρθρική επιφάνεια.

Η χειρουργική αντιμετώπιση με παλαμιαία πλάκα κλειδώματος αποτελεί μια εξαιρετικά αξιόπιστη μέθοδο που έχει αλλάξει ριζικά τα αποτελέσματα στα κατάγματα πηχεοκαρπικής. Πριν την εισαγωγή των παλαμιαίων πλακών κλειδώματος, πολλά μετατοπισμένα κατάγματα αντιμετωπίζονταν με γύψο ή βελόνες, με σημαντικά υψηλότερα ποσοστά δυσκαμψίας.

Η τοποθέτηση γίνεται μέσω τομής στην παλαμική πλευρά του αντιβραχίου, μεταξύ του τένοντα του καμπτήρα του καρπού και της κερκιδικής αρτηρίας. Ο χειρουργός ανατάσσει τα οστικά τεμάχια υπό ακτινοσκοπική καθοδήγηση, τοποθετεί την πλάκα και σταθεροποιεί με βίδες κλειδώματος που αγκυρώνονται στα περιφερικά τεμάχια.

Η ακτινοσκοπική καθοδήγηση κατά τη διάρκεια αποτελεί κρίσιμο στοιχείο, καθώς ο χειρουργός πρέπει να ελέγχει σε πραγματικό χρόνο ότι η ανάταξη είναι ανατομική, ότι οι βίδες δεν διαπερνούν την αρθρική επιφάνεια και ότι η σταθεροποίηση είναι ικανοποιητική.

Αποκατάσταση

Η αποκατάσταση αποτελεί κρίσιμο μέρος. Μετά αφαίρεση γύψου ή μετά χειρουργική επέμβαση, ξεκινά φυσικοθεραπεία με ασκήσεις εύρους κίνησης, ενδυνάμωσης λαβής, βελτίωσης λεπτής κινητικότητας και σταδιακής αύξησης λειτουργικών δραστηριοτήτων.

Η δυσκαμψία αποτελεί τη συχνότερη πρόκληση μετά κάταγμα πηχεοκαρπικής. Η πρώιμη κινητοποίηση, που επιτρέπεται από τη σταθερή σταθεροποίηση με πλάκα, μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο. Η υπομονή, η συνέπεια στις ασκήσεις και η τακτική παρακολούθηση αποτελούν κλειδιά.

Η πλήρης αποκατάσταση εύρους κίνησης και δύναμης λαβής χρειάζεται συνήθως τρεις έως έξι μήνες. Ηλικιωμένοι ασθενείς μπορεί να χρειαστούν περισσότερο χρόνο. Η σταδιακή επιστροφή σε δραστηριότητες γίνεται ανάλογα με την κλινική πρόοδο.

Η αποκατάσταση μετά κάταγμα πηχεοκαρπικής αποτελεί μια ενεργή διαδικασία που απαιτεί συμμετοχή του ασθενούς. Οι ασκήσεις εύρους κίνησης, που περιλαμβάνουν κάμψη, έκταση, πλάγια κλίση και περιστροφή αντεβραχίου, εκτελούνται πολλές φορές τη μέρα. Η ενδυνάμωση λαβής, με σταδιακή αύξηση αντίστασης μέσω ειδικών μπαλακιών ή δυναμομέτρου, αποκαθιστά τη δύναμη.

Η λεπτή κινητικότητα, δηλαδή η δυνατότητα εκτέλεσης λεπτών κινήσεων με τα δάχτυλα, αποκαθίσταται μέσω ασκήσεων γραφής, ανύψωσης μικρών αντικειμένων και καθημερινών λειτουργικών δραστηριοτήτων. Η εργοθεραπεία μπορεί να αποτελεί πολύτιμο μέρος σε ασθενείς με απαιτητική χειρωνακτική εργασία.

Η χρήση θερμότητας πριν τις ασκήσεις και κρυοθεραπείας μετά μπορεί να διευκολύνει τη φυσικοθεραπεία, μειώνοντας τη δυσκαμψία και το πρήξιμο αντίστοιχα.

Ο ρόλος της ακτινοσκοπικής παρακολούθησης

Η τακτική ακτινολογική παρακολούθηση αποτελεί κρίσιμο μέρος τόσο στη συντηρητική όσο και στη χειρουργική αντιμετώπιση. Σε συντηρητική αγωγή, οι ακτινογραφίες στις πρώτες εβδομάδες εντοπίζουν τυχόν μετατόπιση μέσα στον γύψο ώστε να αλλάξει στρατηγική αν χρειαστεί. Σε χειρουργική, οι μετεγχειρητικές ακτινογραφίες επιβεβαιώνουν τη θέση πλάκας και βιδών.

Η μέτρηση ραδιολογικών παραμέτρων, δηλαδή παλαμικής κλίσης, κερκιδικού μήκους και κερκιδικής κλίσης, εξασφαλίζει ότι η ανάταξη είναι ικανοποιητική και διατηρείται κατά την επούλωση.

Επιπλοκές

Οι πιθανές επιπλοκές περιλαμβάνουν δυσκαμψία, σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα λόγω πίεσης μέσου νεύρου, κακή πώρωση, ψευδάρθρωση σπάνια, τενοντοπάθεια ή ρήξη τένοντα εκτείνοντα τον αντίχειρα, σύνδρομο σύνθετου περιοχικού πόνου γνωστό ως CRPS, και μετατραυματική αρθρίτιδα σε ενδαρθρικά κατάγματα.

Η σωστή ανάταξη, η σταθερή σταθεροποίηση, η πρώιμη κινητοποίηση και η τακτική παρακολούθηση μειώνουν τον κίνδυνο. Η ενημέρωση του ασθενούς για τα σημάδια που πρέπει να παρακολουθεί, όπως μούδιασμα δαχτύλων ή αδυναμία έκτασης αντίχειρα, αποτελεί βασικό μέρος.

Το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα αποτελεί μια σημαντική πιθανή επιπλοκή. Η πίεση του μέσου νεύρου, λόγω πρηξίματος ή μετατόπισης οστικών τεμαχίων, μπορεί να προκαλέσει μούδιασμα και αδυναμία στα τρία πρώτα δάχτυλα. Σε ήπιες περιπτώσεις, η ανάταξη κατάγματος ανακουφίζει την πίεση. Σε σοβαρές, μπορεί να χρειαστεί αποσυμπίεση καρπιαίου σωλήνα κατά το χειρουργείο.

Η ρήξη τένοντα εκτείνοντα τον αντίχειρα αποτελεί μια σπάνια αλλά χαρακτηριστική επιπλοκή. Μπορεί να εμφανιστεί εβδομάδες μετά, λόγω τριβής τένοντα σε τραχύ οστό ή μειωμένης αιμάτωσης. Η ξαφνική αδυναμία έκτασης αντίχειρα αποτελεί σημάδι που απαιτεί άμεση αξιολόγηση.

Το σύνδρομο σύνθετου περιοχικού πόνου, γνωστό ως CRPS, αποτελεί μια σπάνια αλλά σοβαρή επιπλοκή που χαρακτηρίζεται από δυσανάλογο πόνο, πρήξιμο, αλλαγές χρώματος δέρματος και δυσκαμψία. Η πρώιμη αναγνώριση και αντιμετώπιση βελτιώνει σημαντικά τα αποτελέσματα. Η πρώιμη κινητοποίηση και η αποφυγή υπερβολικής ακινητοποίησης αποτελούν μέρος της πρόληψης.

Πρόληψη

Η πρόληψη βασίζεται στην αντιμετώπιση οστεοπόρωσης, στη βελτίωση ισορροπίας, στην ασφάλεια σπιτιού, στη σωστή τεχνική πτώσης σε αθλητές και στη χρήση προστατευτικού εξοπλισμού σε αθλήματα υψηλού κινδύνου. Η εκπαίδευση σε τεχνικές πτώσης, ιδιαίτερα η αποφυγή πτώσης με τεντωμένο χέρι, μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο.

Το κάταγμα πηχεοκαρπικής στον ηλικιωμένο

Σε ηλικιωμένους ασθενείς, το κάταγμα πηχεοκαρπικής αποτελεί συχνά τον πρώτο δείκτη οστεοπόρωσης. Μια απλή πτώση από όρθια στάση δεν θα έπρεπε φυσιολογικά να σπάσει οστό, αλλά σε οστεοπορωτικό οστό η αντοχή είναι σημαντικά μειωμένη. Γι’ αυτό, κάθε κάταγμα πηχεοκαρπικής μετά χαμηλής ενέργειας τραύμα πρέπει να οδηγεί σε αξιολόγηση για οστεοπόρωση.

Η μέτρηση οστικής πυκνότητας μέσω DEXA scan, η χορήγηση ασβεστίου, βιταμίνης D και, αν ενδείκνυται, φαρμακευτική αντιμετώπιση οστεοπόρωσης, αποτελούν σημαντικά μέτρα δευτερογενούς πρόληψης. Ο στόχος είναι η αποφυγή μελλοντικών, πιθανώς σοβαρότερων καταγμάτων, όπως κάταγμα ισχίου ή σπονδυλικής στήλης.

Η θεραπεία σε ηλικιωμένους λαμβάνει υπόψη τις λειτουργικές απαιτήσεις. Σε ηλικιωμένους με χαμηλές απαιτήσεις, η συντηρητική αντιμετώπιση ακόμη και μετατοπισμένων καταγμάτων μπορεί να δίνει ικανοποιητικά λειτουργικά αποτελέσματα. Σε δραστήριους ηλικιωμένους, η χειρουργική σταθεροποίηση εξασφαλίζει ανατομική αποκατάσταση.

Το κάταγμα πηχεοκαρπικής στο παιδί

Σε παιδιά, τα κατάγματα πηχεοκαρπικής εμφανίζουν ιδιαιτερότητες λόγω της ύπαρξης αυξητικών πλακών. Η αυξητική πλάκα αποτελεί ασθενέστερο σημείο σε σύγκριση με τον σύνδεσμο, γεγονός που σημαίνει ότι κατάγματα σε αυτήν την περιοχή είναι συχνά. Τα περισσότερα παιδικά κατάγματα πηχεοκαρπικής αντιμετωπίζονται συντηρητικά με γύψο, καθώς η αναγεννητική ικανότητα και η δυνατότητα αναδιαμόρφωσης του αναπτυσσόμενου οστού είναι εξαιρετική.

Η παρακολούθηση της αυξητικής πλάκας μετά κάταγμα είναι σημαντική, ώστε να αποκλειστεί τυχόν πρώιμη σύγκλειση που θα μπορούσε να επηρεάσει την ανάπτυξη.

Κόστος

Το κόστος εξαρτάται κυρίως από τον τύπο αντιμετώπισης.

  • Τον τύπο πλάκας ή υλικού οστεοσύνθεσης.

Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

Χρειάζεται χειρουργείο;

Εξαρτάται από τον τύπο κατάγματος και τη μετατόπιση. Μη μετατοπισμένα, σταθερά κατάγματα αντιμετωπίζονται επιτυχώς με γύψο για πέντε έως έξι εβδομάδες. Μετατοπισμένα κατάγματα, ενδαρθρικά κατάγματα με ανωμαλία αρθρικής επιφάνειας ή ασταθή κατάγματα που τείνουν να μετατοπίζονται μέσα στον γύψο χρειάζονται χειρουργική σταθεροποίηση με παλαμική πλάκα κλειδώματος, η οποία αποκαθιστά την ανατομία και επιτρέπει πρώιμη κινητοποίηση.

Πόσο θα διαρκέσει η επούλωση;

Η ακτινολογική επούλωση του κατάγματος χρειάζεται συνήθως πέντε έως οκτώ εβδομάδες, ανάλογα με τον τύπο και τη βαρύτητα. Η πλήρης λειτουργική αποκατάσταση, δηλαδή η πλήρης ανάκτηση εύρους κίνησης, δύναμης λαβής και λεπτής κινητικότητας, χρειάζεται τρεις έως έξι μήνες εντατικής φυσικοθεραπείας και σταδιακής αύξησης δραστηριοτήτων.

Θα μείνει δυσκαμψία;

Η δυσκαμψία αποτελεί τη συχνότερη πρόκληση μετά κάταγμα πηχεοκαρπικής, αλλά με τη σωστή αντιμετώπιση ελαχιστοποιείται σημαντικά. Η πρώιμη κινητοποίηση, που επιτρέπεται από τη σταθερή χειρουργική σταθεροποίηση με παλαμική πλάκα κλειδώματος, μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο σε σύγκριση με παρατεταμένη ακινητοποίηση. Η σωστή, συστηματική φυσικοθεραπεία, η υπομονή και η τακτική παρακολούθηση αποτελούν κλειδιά.

Τι είναι η παλαμιαία πλάκα κλειδώματος;

Η παλαμιαία πλάκα κλειδώματος αποτελεί τη σύγχρονη μέθοδο εκλογής για τη χειρουργική σταθεροποίηση κατάγματος πηχεοκαρπικής. Τοποθετείται στην παλαμιαία πλευρά της κερκίδας μέσω μικρής χειρουργικής τομής, σταθεροποιεί τα οστικά τεμάχια με βίδες κλειδώματος που αγκυρώνονται σε πολλαπλές κατευθύνσεις, και επιτρέπει πρώιμη κινητοποίηση χωρίς κίνδυνο μετατόπισης.

Σχετίζεται με οστεοπόρωση;

Ναι, το κάταγμα πηχεοκαρπικής αποτελεί τον πιο συχνό τύπο οστεοπορωτικού κατάγματος και συχνά αποτελεί τον πρώτο δείκτη οστεοπόρωσης. Η μέτρηση οστικής πυκνότητας μέσω DEXA scan, η χορήγηση ασβεστίου και βιταμίνης D, και η φαρμακευτική αντιμετώπιση οστεοπόρωσης αν ενδείκνυται, μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο νέων, πιθανώς σοβαρότερων καταγμάτων σε ισχίο ή σπονδυλική στήλη.

Πότε πρέπει να επισκεφθώ τον ορθοπαιδικό;

Μετά πτώση ή τραυματισμό με πόνο, πρήξιμο, παραμόρφωση ή δυσκολία κίνησης στον καρπό, η αξιολόγηση με ακτινογραφίες καθορίζει τον τύπο κατάγματος, τη μετατόπιση και τη σωστή θεραπευτική αντιμετώπιση.

Κρίθυμος Θωμάς – Χειρουργός Ορθοπαιδικός Αθλητίατρος

ΚΡΙΘΥΜΟΣ ΘΩΜΑΣ, MD, MSc

Χειρουργός Ορθοπαιδικός – Αθλητίατρος

  • Αναπληρωτής Διευθυντής στην κλινική «Ώμου & Γόνατος» του Metropolitan General
  • 15 χρόνια εμπειρίας σε ορθοπαιδικά κέντρα της Γερμανίας
  • Πιστοποιημένος αρθροσκόπος (AGA-Arthroskopeur)
  • Ιατρείο στους Αμπελόκηπους

Ιατρική ανασκόπηση: 2/11/2026 · Βιογραφικό · Ραντεβού

Go to Top