Κάταγμα Κλείδας

Το κάταγμα κλείδας αποτελεί ένα από τα πιο συχνά κατάγματα του ανθρώπινου σκελετού, ιδιαίτερα σε νεαρούς ενήλικες, αθλητές και παιδιά. Η κλείδα, ένα μακρύ, ελαφρώς καμπύλο οστό που συνδέει τον ώμο με τον θώρακα, εκτίθεται σε τραυματισμό λόγω της επιφανειακής θέσης και του ρόλου της στη μετάδοση δυνάμεων μεταξύ ώμου και κορμού.

Τα κατάγματα κλείδας συμβαίνουν συνήθως μετά από πτώση στον ώμο ή απευθείας κτύπημα. Αν και πολλά κατάγματα κλείδας αντιμετωπίζονται συντηρητικά με εξαιρετικά αποτελέσματα, ορισμένα μετατοπισμένα ή σύνθετα κατάγματα χρειάζονται χειρουργική σταθεροποίηση ώστε να αποφευχθούν επιπλοκές και να εξασφαλιστεί πλήρης αποκατάσταση.

Κάταγμα Κλείδας

Ο εξειδικευμένος ορθοπαιδικός χειρουργός Κρίθυμος Θωμάς αντιμετωπίζει τα κατάγματα κλείδας με σύγχρονες τεχνικές, εξατομικεύοντας τη θεραπεία σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά κάθε κατάγματος, τις ανάγκες, τις προτιμήσεις και τις λειτουργικές απαιτήσεις κάθε ασθενούς. Η σωστή αξιολόγηση, η τεκμηριωμένη απόφαση μεταξύ συντηρητικής και χειρουργικής αντιμετώπισης, και η σωστή αποκατάσταση αποτελούν τους πυλώνες επιτυχούς θεραπείας.

Ανατομία και ρόλος της κλείδας

Η κλείδα αποτελεί τον μοναδικό οστικό σύνδεσμο μεταξύ άνω άκρου και κορμού. Συνδέει το στέρνο μέσω της στερνοκλειδικής άρθρωσης και την ωμοπλάτη μέσω της ακρωμιοκλειδικής. Λειτουργεί ως αντηρίδα, κρατώντας τον ώμο σε σωστή θέση και μεταδίδοντας δυνάμεις. Προστατεύει επίσης τα υποκλείδια αγγεία και το βραχιόνιο πλέγμα νεύρων που περνούν κάτω από αυτήν προς το χέρι.

Η κλείδα αναπτύσσεται ενδομεμβρανικά, χωρίς χόνδρινο πρόδρομο, γεγονός που την καθιστά μοναδική μεταξύ των μακρών οστών. Αποτελεί ένα από τα πρώτα οστά που οστεοποιούνται κατά την εμβρυϊκή ανάπτυξη και ένα από τα τελευταία που ολοκληρώνουν την ωρίμανση, με τη στερνική επίφυση να κλείνει μετά τα είκοσι πέντε έτη.

Η κλείδα βρίσκεται αμέσως κάτω από το δέρμα, χωρίς σημαντική μυϊκή κάλυψη στην πρόσθια επιφάνεια, γεγονός που την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη σε απευθείας κτύπημα κατά τον αθλητισμό ή πτώση. Αυτή η επιφανειακή θέση σημαίνει επίσης ότι η παραμόρφωση μετά κάταγμα είναι εύκολα ορατή, ψηλαφητή και αναγνωρίσιμη από τον ίδιο τον ασθενή.

Τύποι κατάγματος κλείδας

Τα κατάγματα κλείδας ταξινομούνται ανάλογα με τη θέση τους σε τρεις ομάδες.

Κάταγμα μέσου τρίτου

Αποτελεί τον πιο συχνό τύπο, αντιπροσωπεύοντας περίπου το εβδομήντα πέντε τοις εκατό. Συμβαίνει στο μεσαίο τμήμα της κλείδας, που αποτελεί το λεπτότερο σημείο. Πολλά μη μετατοπισμένα κατάγματα αντιμετωπίζονται συντηρητικά. Μετατοπισμένα κατάγματα, ιδιαίτερα με βράχυνση ή εμπλοκή, μπορεί να χρειάζονται χειρουργική.

Κάταγμα έξω τρίτου

Αφορά το τμήμα κοντά στην ακρωμιοκλειδική άρθρωση, αντιπροσωπεύοντας περίπου το είκοσι τοις εκατό. Ορισμένοι τύποι, ιδιαίτερα με ρήξη κορακοκλειδικών συνδέσμων, εμφανίζουν υψηλό ποσοστό ψευδάρθρωσης με συντηρητική αγωγή και μπορεί να χρειάζονται χειρουργική.

Κάταγμα έσω τρίτου

Σπάνιο, αφορά το τμήμα κοντά στο στέρνο, αντιπροσωπεύοντας περίπου πέντε τοις εκατό. Αντιμετωπίζεται συνήθως συντηρητικά. Η αξονική τομογραφία μπορεί να χρειαστεί για τον αποκλεισμό οπίσθιου εξαρθρήματος στερνοκλειδικής, που αποτελεί σπάνια αλλά σοβαρή κατάσταση.

Αιτίες και μηχανισμοί

Ο πιο συχνός μηχανισμός είναι η πτώση στον ώμο, ιδιαίτερα σε αθλήματα επαφής, ποδηλασία, μοτοσικλέτα ή σκι. Η πτώση με τεντωμένο χέρι μπορεί επίσης να μεταδώσει τη δύναμη στην κλείδα. Τα τροχαία ατυχήματα αποτελούν αιτία υψηλής ενέργειας κατάγματα σε ενήλικες.

Σε παιδιά, τα κατάγματα κλείδας είναι ιδιαίτερα συχνά λόγω πτώσεων κατά το παιχνίδι ή τον αθλητισμό. Η πλειονότητα αντιμετωπίζεται συντηρητικά με εξαιρετική επούλωση λόγω της αναγεννητικής ικανότητας του αναπτυσσόμενου οστού.

Η απόφαση: Συντηρητική ή χειρουργική;

Η απόφαση μεταξύ συντηρητικής και χειρουργικής αντιμετώπισης αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα θέματα στην τραυματολογία ώμου. Οι σύγχρονες μελέτες δείχνουν ότι σημαντικά μετατοπισμένα κατάγματα μέσου τρίτου, ιδιαίτερα με βράχυνση πάνω από δύο εκατοστά, εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο ψευδάρθρωσης, μειωμένη δύναμη και χαμηλότερη ικανοποίηση με τη συντηρητική αγωγή.

Αντίθετα, μη μετατοπισμένα ή ελαφρώς μετατοπισμένα κατάγματα εμφανίζουν εξαιρετικά αποτελέσματα συντηρητικά, χωρίς τους κινδύνους της χειρουργικής. Η σωστή αξιολόγηση κάθε κατάγματος, με μέτρηση μετατόπισης και βράχυνσης στην ακτινογραφία, αποτελεί τη βάση μιας σωστής απόφασης.

Ο ιατρός εξηγεί αναλυτικά τα πλεονεκτήματα και τους κινδύνους κάθε μεθόδου, ώστε η απόφαση να λαμβάνεται από κοινού, λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά κατάγματος, την ηλικία, τη δραστηριότητα, τις αισθητικές ανησυχίες και τις προτιμήσεις κάθε ασθενούς.

Το κάταγμα κλείδας στον αθλητή

Τα κατάγματα κλείδας αποτελούν συχνό τραυματισμό σε αθλητές ποδηλασίας, μοτοσικλέτας, σκι, ποδοσφαίρου, ράγκμπι και πολεμικών τεχνών. Η αντιμετώπιση σε αθλητές λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες απαιτήσεις: η ταχεία επιστροφή, η πλήρης αποκατάσταση δύναμης και η αποφυγή χρόνιων προβλημάτων αποτελούν βασικές προτεραιότητες.

Σε αθλητές υψηλών απαιτήσεων, η χειρουργική σταθεροποίηση μετατοπισμένων καταγμάτων μπορεί να προσφέρει ταχύτερη, πιο αξιόπιστη επιστροφή. Η απόφαση λαμβάνεται εξατομικευμένα, λαμβάνοντας υπόψη τον τύπο αθλήματος, τη θέση στη σεζόν, τα χαρακτηριστικά κατάγματος και τις ανάγκες του αθλητή.

Συμπτώματα και διάγνωση

Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν πόνο στην περιοχή της κλείδας, πρήξιμο, ευαισθησία στην πάλπηση, δυσκολία κίνησης ώμου, ψηλαφητή παραμόρφωση ή εξόγκωμα στη θέση κατάγματος, και ενίοτε κριγμό κατά την κίνηση. Ο ασθενής κρατά τυπικά το πάσχον χέρι κοντά στο σώμα με το αντίθετο χέρι.

Η διάγνωση βασίζεται σε ακτινογραφίες. Η αξιολόγηση περιλαμβάνει τον έλεγχο νευραγγειακής κατάστασης, δηλαδή σφυγμούς, αισθητικότητα και κινητικότητα χεριού, καθώς τα αγγεία και νεύρα που περνούν κάτω από την κλείδα μπορεί σπάνια να τραυματιστούν. Η αξιολόγηση πνευμοθώρακα αποτελεί μέρος της εξέτασης σε σοβαρούς τραυματισμούς.

Η αξιολόγηση της μετατόπισης και της βράχυνσης στην ακτινογραφία αποτελεί κρίσιμο σημείο. Η μέτρηση βράχυνσης, δηλαδή η σύγκριση μήκους με τον υγιή πλευρά ή η εκτίμηση από τα ακτινολογικά ευρήματα, βοηθά στη λήψη θεραπευτικής απόφασης. Βράχυνση μεγαλύτερη από δύο εκατοστά σε νεαρούς, δραστήριους ασθενείς θέτει ερώτημα χειρουργικής αντιμετώπισης.

Η κλινική αξιολόγηση εξετάζει επίσης τυχόν εμπλοκή δέρματος, δηλαδή αν οστικό τεμάχιο πιέζει ή απειλεί να τρυπήσει το δέρμα, κατάσταση που αποτελεί ένδειξη χειρουργικής αντιμετώπισης.

Συντηρητική αντιμετώπιση

Η πλειονότητα των καταγμάτων κλείδας μπορεί να αντιμετωπιστεί συντηρητικά με ανάρτηση ή σχήμα οκτώ. Η ανάρτηση αποτελεί τη συνηθέστερη μέθοδο ακινητοποίησης, επιτρέποντας στον ασθενή να κινεί τον αγκώνα και τον καρπό ελεύθερα. Η ακινητοποίηση χρειάζεται συνήθως τρεις έως έξι εβδομάδες.

Η σταδιακή κινητοποίηση ξεκινά μετά τις πρώτες εβδομάδες, ακολουθούμενη από ενδυνάμωση. Η πλήρης επιστροφή σε αθλητισμό χρειάζεται συνήθως δύο έως τρεις μήνες. Η επούλωση είναι γενικά αξιόπιστη, ιδιαίτερα σε νεαρούς ασθενείς, αν και μπορεί να παραμείνει μικρό εξόγκωμα στη θέση πώρωσης.

Η συντηρητική αντιμετώπιση απαιτεί τακτική ακτινολογική παρακολούθηση στις πρώτες εβδομάδες, ώστε να εξασφαλιστεί ότι η μετατόπιση δεν αυξάνεται και η επούλωση εξελίσσεται σωστά. Ο ασθενής ενημερώνεται για τα σημάδια που πρέπει να παρακολουθεί: αυξανόμενος πόνος, αυξανόμενη παραμόρφωση ή μούδιασμα χεριού απαιτούν επανεκτίμηση.

Η σωστή ενημέρωση σχετικά με τους περιορισμούς κατά τη φάση επούλωσης αποτελεί βασικό μέρος. Ο ασθενής πρέπει να αποφεύγει τη σήκωση βάρους πάνω από το κεφάλι, τον αθλητισμό επαφής και τις δραστηριότητες με κίνδυνο πτώσης μέχρι να τεκμηριωθεί επαρκής επούλωση.

Πότε ενδείκνυται η χειρουργική αντιμετώπιση

Η χειρουργική σταθεροποίηση ενδείκνυται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.

  • Ανοιχτό κάταγμα ή κάταγμα που απειλεί να τρυπήσει το δέρμα.
  • Σημαντική μετατόπιση με βράχυνση άνω του δύο εκατοστών.
  • Νευραγγειακή βλάβη.
  • Πολυτραυματίας ή αιωρούμενος ώμος.
  • Κάταγμα έξω τρίτου με ρήξη κορακοκλειδικών συνδέσμων.
  • Επίμονη ψευδάρθρωση μετά συντηρητική αγωγή.
  • Υψηλές αθλητικές ή λειτουργικές απαιτήσεις.
  • Αισθητικές ανάγκες.

Η χειρουργική σταθεροποίηση γίνεται συνήθως με ανατομική πλάκα κλειδώματος, που τοποθετείται στην άνω επιφάνεια ή την μπροστινή επιφάνεια της κλείδας. Η ανάταξη και η σταθεροποίηση επιτρέπουν πρωιμότερη κινητοποίηση και ταχύτερη επιστροφή σε δραστηριότητες.

Η χειρουργική σταθεροποίηση γίνεται μέσω τομής πάνω από την κλείδα. Ο χειρουργός ανατάσσει τα οστικά τεμάχια, αποκαθιστώντας το μήκος και την ευθυγράμμιση, και τοποθετεί την ανατομική πλάκα κλειδώματος με βίδες. Η πλάκα κλειδώματος εξασφαλίζει σταθερή σύνδεση ακόμη και σε οστεοπορωτικό οστό.

Κάταγμα Κλείδας

Σε κατάγματα έξω τρίτου με ρήξη κορακοκλειδικών συνδέσμων, η σταθεροποίηση μπορεί να περιλαμβάνει πρόσθετη ενίσχυση μεταξύ κλείδας και κορακοειδούς. Η σωστή τεχνική σε αυτά τα κατάγματα αποτελεί κρίσιμο παράγοντα, καθώς εμφανίζουν υψηλότερο ποσοστό ψευδάρθρωσης.

Η ελάχιστα επεμβατική τεχνική, με μικρότερη τομή και λιγότερη αποκόλληση μαλακών μερών, μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κατάλληλες περιπτώσεις, μειώνοντας τον πόνο και βελτιώνοντας το αισθητικό αποτέλεσμα. Η ενδομυελική σταθεροποίηση με ελαστικό ήλο αποτελεί μια εναλλακτική σε ορισμένες περιπτώσεις.

Αποκατάσταση

Η αποκατάσταση εξαρτάται από τον τύπο αντιμετώπισης. Σε συντηρητική αγωγή, η κινητοποίηση ξεκινά σταδιακά μετά τις πρώτες εβδομάδες, αρχικά με κινήσεις εκκρεμούς και παθητικό εύρος, στη συνέχεια ενεργητικά. Σε χειρουργική, η κινητοποίηση μπορεί να ξεκινήσει νωρίτερα λόγω σταθερής σταθεροποίησης.

Η ενδυνάμωση ξεκινά μετά τις πρώτες τέσσερις έως έξι εβδομάδες. Η πλήρης επιστροφή σε αθλητισμό χρειάζεται δύο έως τέσσερις μήνες. Η αποφυγή δραστηριοτήτων με κίνδυνο πτώσης κατά την αποκατάσταση μειώνει τον κίνδυνο νέου τραυματισμού.

Η φυσικοθεραπεία μετά κάταγμα κλείδας εστιάζει αρχικά στη διατήρηση κίνησης αγκώνα και καρπού κατά την ακινητοποίηση, ώστε να αποφευχθεί δυσκαμψία σε αυτές τις αρθρώσεις. Μετά την αφαίρεση ανάρτησης, ξεκινούν σταδιακά οι ασκήσεις εύρους κίνησης ώμου, αρχικά παθητικές και υποβοηθούμενες, στη συνέχεια ενεργητικές.

Η ενδυνάμωση ξεκινά μετά τις τέσσερις έως έξι εβδομάδες, ανάλογα με τα ακτινολογικά σημεία επούλωσης. Η ενδυνάμωση εστιάζει στο στροφικό πέταλο, στους σταθεροποιητές ωμοπλάτης και στον δελτοειδή. Η σταδιακή αύξηση αντίστασης εξασφαλίζει ότι η επούλωση δεν τίθεται σε κίνδυνο.

Η επιστροφή σε αθλητισμό επαφής ή δραστηριότητες υψηλού κινδύνου πτώσης αποτελεί το τελευταίο στάδιο, αφού τεκμηριωθεί πλήρης κλινική και ακτινολογική επούλωση, πλήρες εύρος κίνησης και επαρκής δύναμη.

Η ψευδάρθρωση κλείδας

Η ψευδάρθρωση, δηλαδή η μη επούλωση μετά από αρκετούς μήνες, αποτελεί τη σημαντικότερη μακροπρόθεσμη επιπλοκή. Εμφανίζεται συχνότερα σε σημαντικά μετατοπισμένα κατάγματα που αντιμετωπίστηκαν συντηρητικά, σε καπνιστές και σε κατάγματα έξω τρίτου με ρήξη συνδέσμων.

Η ψευδάρθρωση μπορεί να προκαλεί χρόνιο πόνο, αδυναμία ώμου, κόπωση κατά τη δραστηριότητα και αισθητική παραμόρφωση. Η αντιμετώπιση είναι χειρουργική, με ανάταξη, πλάκα κλειδώματος και οστικό μόσχευμα. Τα αποτελέσματα της χειρουργικής αντιμετώπισης ψευδάρθρωσης είναι γενικά πολύ ικανοποιητικά.

Η αφαίρεση υλικού μετά πλήρη επούλωση εξετάζεται σε ασθενείς με ενόχληση από την πλάκα, η οποία βρίσκεται αμέσως κάτω από το δέρμα. Η ενόχληση, ιδιαίτερα κατά τη χρήση σακιδίου ή ζώνης ασφαλείας, αποτελεί τη συχνότερη ένδειξη αφαίρεσης, που γίνεται μετά από πλήρη τεκμηριωμένη επούλωση.

Επιπλοκές

Οι πιθανές επιπλοκές περιλαμβάνουν ψευδάρθρωση, κακή πώρωση, ενόχληση από υλικό οστεοσύνθεσης, λοίμωξη μετά χειρουργική επέμβαση, νευραγγειακή βλάβη και, σπάνια, πνευμοθώρακα. Η ψευδάρθρωση αποτελεί τη σημαντικότερη μακροπρόθεσμη επιπλοκή, ιδιαίτερα σε σημαντικά μετατοπισμένα κατάγματα που αντιμετωπίστηκαν συντηρητικά.

Η κακή πώρωση, δηλαδή η επούλωση με βράχυνση ή γωνίωση, μπορεί να επηρεάσει τη λειτουργία και τη δύναμη του ώμου, ιδιαίτερα σε αθλητές ρίψεων. Η ενόχληση από την πλάκα αποτελεί μια σχετικά συχνή αιτία αφαίρεσης υλικού μετά την πλήρη επούλωση.

Η νευραγγειακή βλάβη αποτελεί μια σπάνια αλλά σοβαρή επιπλοκή, τόσο του ίδιου του κατάγματος όσο και της χειρουργικής. Τα υποκλείδια αγγεία και το βραχιόνιο πλέγμα βρίσκονται ακριβώς πίσω από την κλείδα, και σε σοβαρά μετατοπισμένα κατάγματα ή κατά τη χειρουργική μπορεί να τραυματιστούν. Η σωστή γνώση ανατομίας και η προσεκτική τεχνική μειώνουν σημαντικά αυτόν τον κίνδυνο.

Ο πνευμοθώρακας αποτελεί μια σπάνια αλλά σοβαρή επιπλοκή, ιδιαίτερα σε κατάγματα υψηλής ενέργειας ή κατά τη χειρουργική σταθεροποίηση. Η κορυφή του πνεύμονα βρίσκεται κοντά στην κλείδα, και τόσο τα οστικά τεμάχια όσο και τα τρυπάνια μπορεί θεωρητικά να τρυπήσουν τον υπεζωκότα. Η σωστή τεχνική, με χρήση οπίσθιου ελατηρίου ή σωστή κατεύθυνση τρυπανιού, μειώνει αυτόν τον κίνδυνο στο ελάχιστο.

Η λοίμωξη μετά χειρουργική αποτελεί μια πιθανή αλλά σπάνια επιπλοκή. Η κλείδα βρίσκεται αμέσως κάτω από το δέρμα, γεγονός που σημαίνει ότι η πλάκα βρίσκεται κοντά στην επιφάνεια. Η σωστή χειρουργική τεχνική, η αντιβιοτική προφύλαξη και η σωστή φροντίδα τραύματος μειώνουν τον κίνδυνο.

Κόστος

Το κόστος εξαρτάται κυρίως από τον τύπο αντιμετώπισης.

  • Τον τύπο πλάκας ή υλικού οστεοσύνθεσης.

Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

Χρειάζεται χειρουργείο;

Η πλειονότητα των καταγμάτων κλείδας αντιμετωπίζεται επιτυχώς συντηρητικά με ανάρτηση, σταδιακή κινητοποίηση και εξαιρετικά αποτελέσματα. Η χειρουργική σταθεροποίηση με ανατομική πλάκα κλειδώματος ενδείκνυται σε σημαντικά μετατοπισμένα κατάγματα με βράχυνση, ανοιχτά κατάγματα, κατάγματα με νευραγγειακή βλάβη, ορισμένα κατάγματα έξω τρίτου με ρήξη κορακοκλειδικών συνδέσμων, σε πολυτραυματίες ή σε ασθενείς με υψηλές αθλητικές ή λειτουργικές απαιτήσεις που χρειάζονται ταχεία επιστροφή.

Πόσο θα διαρκέσει η επούλωση;

Η κλινική βελτίωση, δηλαδή η μείωση πόνου και η σταδιακή βελτίωση κίνησης, εμφανίζεται μέσα σε λίγες εβδομάδες. Η ακτινολογική επούλωση χρειάζεται συνήθως έξι έως δώδεκα εβδομάδες, ανάλογα με τον τύπο κατάγματος και τους ατομικούς παράγοντες. Η πλήρης λειτουργική αποκατάσταση και η ασφαλής επιστροφή σε αθλητισμό χρειάζεται δύο έως τέσσερις μήνες.

Θα μείνει εξόγκωμα;

Σε συντηρητική αντιμετώπιση, μπορεί να παραμείνει ψηλαφητός οστικός πώρος, δηλαδή ένα μικρό εξόγκωμα στη θέση κατάγματος, που αποτελεί μέρος της φυσικής επούλωσης. Σταδιακά μικραίνει με τον χρόνο αλλά μπορεί να μην εξαφανιστεί πλήρως. Η χειρουργική αποκαθιστά καλύτερα την ανατομική ευθυγράμμιση, αλλά αφήνει χειρουργική ουλή στο δέρμα.

Πότε μπορώ να ξαναοδηγήσω;

Η οδήγηση αποφεύγεται γενικά για τρεις έως τέσσερις εβδομάδες μετά κάταγμα κλείδας, ανάλογα με τη βαρύτητα και τη θεραπεία. Η επιστροφή εξαρτάται από τη δυνατότητα ελεύθερης, ανώδυνης κίνησης ώμου και χεριού ώστε ο ασθενής να μπορεί να ελέγχει με ασφάλεια το τιμόνι και τα χειριστήρια. Ο ιατρός αξιολογεί κλινικά πότε είναι ασφαλές.

Μπορεί να ξανασπάσει;

Η υποτροπή κατάγματος στην ίδια θέση μετά πλήρη επούλωση είναι σπάνια, καθώς ο πώρος αποτελεί ισχυρή δομή. Μετά χειρουργική σταθεροποίηση, η πλάκα προστατεύει μέχρι την πλήρη οστική επούλωση. Η σταδιακή, ελεγχόμενη επιστροφή σε δραστηριότητες μειώνει τον κίνδυνο.

Πότε πρέπει να επισκεφθώ τον ορθοπαιδικό;

Μετά πτώση ή κτύπημα με πόνο, ορατή παραμόρφωση, πρήξιμο ή δυσκολία κίνησης στην περιοχή κλείδας ή ώμου, η αξιολόγηση από ορθοπαιδικό με ακτινογραφίες καθορίζει τον τύπο κατάγματος, τη μετατόπιση και βράχυνση, και τη σωστή θεραπευτική αντιμετώπιση.

Κρίθυμος Θωμάς – Χειρουργός Ορθοπαιδικός Αθλητίατρος

ΚΡΙΘΥΜΟΣ ΘΩΜΑΣ, MD, MSc

Χειρουργός Ορθοπαιδικός – Αθλητίατρος

  • Αναπληρωτής Διευθυντής στην κλινική «Ώμου & Γόνατος» του Metropolitan General
  • 15 χρόνια εμπειρίας σε ορθοπαιδικά κέντρα της Γερμανίας
  • Πιστοποιημένος αρθροσκόπος (AGA-Arthroskopeur)
  • Ιατρείο στους Αμπελόκηπους

Ιατρική ανασκόπηση: 14/10/2026 · Βιογραφικό · Ραντεβού

Go to Top